Μοναδικέ, πραγματικέ, άγνωστε εσύ φίλε μου

Για όλους εσάς γράφω. Για όλους εσάς που και απόψε το βράδυ, όταν τους δείκτες του ρολογιού δε θα μπορείτε άλλο πονηρά να ξεγελάσετε και να τους ξεφύγετε, θα βάλετε τα δυνατά σας να μην ξαναέρθει στο μυαλό σας.

 Να μην ξαναέρθει η σκέψη αυτή, η σκέψη η ίδια και κολλήσει εκεί, σαν βάσανο σωστό. Η σκέψη πως και σήμερα ούτε έναν άνθρωπο δε συναντήσατε, που να νιώσατε ή έστω να είχατε την παραμικρή υποψία πως λιγάκι σας κατάλαβε. 

 

Για σένα γράφω. Για σένα, που συνέχισες να διαβάζεις κι όταν είδες το β’ ενικό κοίταξες πίσω σου ασυναίσθητα και ένιωσες σαν να σε παρακολουθούν και σα να σε πιάσανε στα πράσα. Μην ντρέπεσαι. Για σένα γράφω, γιατί κι εγώ εσένα ψάχνω. Εσένα, που όπου κι αν είσαι, θα ήθελα να 'ρθεις να μου πεις «Πάψε να πονάς, δεν είσαι μόνη». Αχ, φίλε μου, γιατί σαν φίλο μου σε νιώθω κι ας μη σε ξέρω, κι ας μην σε γνωρίσω ποτέ. Το ίδιο μαρτύριο κουβαλάμε. Μα θα στο πω, ακόμη κι αν δεν είναι φίλου σωστού η κουβέντα αυτή που θα σου πω. Να ήξερες πόση ανακούφιση μου δίνει που και εσένα κανείς να σε νιώσει, κανένας τους δεν μπορεί -ή ακόμη ποιος ξέρει, μπορεί και να μη θέλει. Λυπάμαι, γιατί ξέρω, ξέρω τι φορτίο βαρύ, σαν πέφτει ο ήλιος κάθε βράδυ, κουβαλάς – το ίδιο κουβαλάμε άλλωστε – μα σκέψου αν δεν υπήρχες κι εσύ; Σκέψου πόσο μόνη μου θα ένιωθα στην ιδέα πως αν ούρλιαζα κι η φωνή μου μπορούσε πάνω σ’ όλη τη γη να απλωθεί και ακόμη παραπέρα, κανείς - πέρα από κάποια επικριτικά σχόλια, κανείς τους την προσοχή του δε θα μου χάριζε. Κι αν προσπαθούσε δε θα με καταλάβαινε, και τότε στα επικριτικά σχόλια και εκείνος θα κατέληγε. 

 

Πίστευα, ξέρεις, πως όσο του αλφαβήτου τα γράμματα, όσο με αυτά ακόμη μπορείς και καταφέρνεις αυτά που αισθάνεσαι να αποτυπώνεις, όσο αβάσταχτα, ανυπόφορα, ανήθικα, άδικα, άσχημα και άδικα κι αν είναι αυτά που νιώθεις, φτάνει που μπορείς και τα συλλαβίζεις, φτάνει που μπορείς και τα ξεστομίζεις, τα ψιθυρίζεις ή σε προτάσεις μες στου μυαλού σου την άβυσσο μπορείς να τα φτιάξεις. Και έφτασε η ώρα που ο εφιάλτης μου ο μεγάλος σε πικρή πραγματικότητα άρχισε απειλητικά να μετατρέπεται. Να θέλω σε όσους ονομάζω φίλους  (ή τέλος πάντων για όσους έχω φιλική διάθεση, τόση που και να με ξεμπροστιάσω ακόμη δείχνοντας όλο μου το είναι, θα το ήθελα πολύ) το τι περνάω στο βουβού κόσμο που μέσα στο κορμί μου χρόνια ολόκληρα κουβαλάω, να θέλω να τους πω. Και λόγια να μην υπάρχουν.

Να ψάχνω μάταια του αλφάβητου τα γράμματα, του κόσμου όλου τις λέξεις και τις εκφράσεις, παρομοιώσεις και μεταφορές, τερτίπια του λόγου και έξυπνα τεχνάσματα, να ψάχνω, μα να μην βρίσκω και όλα σε έναν κόμπο να με οδηγούν. Κόμπο που δε λύνεται˙κι όσο αυτός δε λύνεται, τόσο τα όσα νιώθω μένουν εκεί, καθηλωμένα, στέρεα, απειλητικά, ορατά μόνο σε μένα.

 

 

 

 

Πώς θα θελα τώρα που γράφω, να τώρα, ένα χέρι στον ώμο μου να νιώσω, έκπληκτα μα και γαλήνια να γυρίσω να δω - σα να το περιμένω. Να δω πως βρέθηκε. Ναι, βρέθηκε. Αχ, τι χαρά είναι αυτή που με αναυλίζει, που στον κόσμο δεν υπάρχει άλλη! Βρέθηκε εκείνος, εκείνος που για να μου πει πως με καταλαβαίνει ήρθε να με βρει. Μα όχι, μη σας περάσει από το μυαλό. Στο όνειρό μου αυτό, δε μιλάω για κάποιον που να καταλάβει όσα νιώθω και δεν μπορώ να πω, αυτός θα μπορεί. Μου αρκεί να καταλάβει πώς είναι να μην με καταλαβαίνουν. Και αυτό για αρχή, θα είναι σαν να κατάλαβε όλα όσα δεν είπα. Το να καταλαβαίνουν τα όσα νιώθω βρίσκεται σε ένα μεγαλύτερό μου όνειρο, το οποίο ούτε να το γράψω δε θέλω, φοβούμενη μη τυχόν και το πιστέψω ότι μπορεί κάποτε να γίνει. 

Ας επικεντρωθώ, λοιπόν, σε αυτό το ύψιστο συναίσθημα, σε αυτή την ύψιστη στιγμή, σε αυτή τη μαγεία, που δύο άνθρωποι μπορούν και κατανοούν ο ένας τον άλλον. 

 

Και πόσο θα θελα, φίλε μου, εσύ, ναι εσύ. Εσύ να ένιωσες έτσι απόψε. Διαβάζοντας αυτές τις μπερδεμένες και όχι καλά συνδεδεμένες προτάσεις και γραμμές. Αυτές τις προτάσεις που μια κραυγή απόγνωσης μέσα στο χαρτί σιωπηλά κρύβουν. Μα αν τις δεις εσύ, εσύ φίλε μου, όπου κι αν είσαι. Χαμογέλα μου. Χαμογέλα στις γραμμές αυτές, αν και για το δικό σου βάσανο αυτές απόψε μιλούν.  Όποιο κι αν είναι. Δε θα σε κρίνω. Ό,τι κι αν είναι αυτό που μέσα σου κουβαλάς και μήτε με λέξεις μήτε με ψαγμένα τραγούδια να το εκφράσεις δεν μπορείς. Απόψε για σένα είμαι εγώ. Είμαι εγώ που σε καταλαβαίνω. Και ξέρω πως είναι να μη σε καταλαβαίνουν.

Δεν είναι μαγεία τώρα αυτό; Είναι σαν να επικοινωνούμε χωρίς να γνωριστούμε ποτέ. Μα να 'σαι σίγουρος και θέλω να το θυμάσαι μοναδικέ πραγματικέ άγνωστε φίλε μου, υπάρχω εγώ που σε καταλαβαίνω. Χαμογέλα απόψε γι’ αυτό. 

 

 

 

The Best United Kingdom Bookmaker lbetting.co.uk Ladbrokes website review