Ερωτεύομαι - άρα θαυμάζω

Ποιο είναι το κριτήριο στην αναζήτηση του «Άλλου»; Τι είναι αυτό που μας «σκλαβώνει» σ’εκείνον; Τι γεννά τον Έρωτα;

 

 

Τόσες και τόσες φορές έχουμε σκεφτεί το μεγάλο «γιατί». «Γιατί εκείνο το πρόσωπο κι όχι ένα άλλο;», κάθε φορά που μας τρυπάει με τα βέλη του ο φτερωτός θεός. Και ξαγρυπνούμε, και σκεφτόμαστε και υπεραναλύουμε τους λόγους εκείνους που μας οδήγησαν σ’ αυτή μας την επιλογή, την εντελώς αψυχολόγητη, την πέρα για πέρα ανερμήνευτη. Και πάντα καταλήγουμε να τα αποδίδουμε όλα στο τυχαίο, το καρμικό, εκείνο το ανεξήγητο «κάτι» που μας ελκύει τόσο και μας γεννά το σμήνος πεταλούδες στο στομάχι.

 

Κι όμως  ίσως ο Έρωτας, αυτή η σκοτεινή αχαρτογράφητη γη, να μην είναι και τόσο ασαφής - τουλάχιστον στα αδρά περιγράμματά της. Ίσως  και να υπάρχει ένα κριτήριο, όταν διαλέγουμε το άλλο μας μισό. Ίσως η σπίθα που ανάβει τη μεγάλη φλόγα, εκείνη που κατατρώει την ψυχή μας κάθε φορά, να είναι πιο συγκεκριμένη από όσο την αξιολογούμε.

 

«Ο θαυμασμός γεννά Έρωτα», ή αλλιώς, δεν είναι εφικτό να είναι κανείς ερωτευμένος με κάποιον που δε θαυμάζει. Το ένα λειτουργεί ως προαπαιτούμενο για το άλλο, είναι γεγονός. Είναι άλλωστε ένα από τα βασικά συμπτώματα τούτης της «γλυκιάς ασθένειας» η απόλυτη θεοποίηση, η ακραία μυθοποίηση του ποθητού υποκειμένου.

Ερωτεύεσαι και ένα ζευγάρι μάτια συγκεντρώνει όλη τη δύναμη του κόσμου. Κινεί βουνά, δαμάζει θάλασσες, γητεύει ανέμους, γράφει με τα αστέρια στο βραδινό ουρανό. Και πριν τη συγκεντρώσει αυτή την εξουσία την αμέτρητη, είναι κάτι που σε τράβηξε να τα κοιτάξεις αλλιώς, έτσι που χάθηκες στο βάθος τους, έτσι που έπαψαν πια να ‘ναι καθρέφτης δικός σου κι έγιναν κρύσταλλο διαυγές που επέτρεψε την απόλυτη θέαση του εσωτερικού.

 

Πώς μπορείς να παραδίδεσαι ολοκληρωτικά σε ένα πρόσωπο που δε θεωρείς τουλάχιστον ανώτερό σου; Πώς είναι εφικτό να νιώσεις  «δορυφόρος» του αν δεν ονομάσεις τον Άλλο «πλανήτη»; Να περιστρέφεσαι γύρω από το κέντρο σου, σταθερά, με συνέχεια. Και κάπου κάπου να πλησιάζεις. Κι έπειτα - γιατί συμβαίνουν αυτά στους Έρωτες με πάθος - να απομακρύνεσαι για λίγο.

Κι όμως, μια έλξη ανεξήγητη, σχεδόν συνθλιπτική, να σε κρατά σε μια τροχιά τόσο ακριβή που όσο και να το φοβάσαι, εκατοστό δεν αλλάζει.

 

Κι αυτή η «έλξη η ανεξήγητη» θα μπορούσε να είναι και ο θαυμασμός για κάτι πάνω σ’ εκείνον τον Άλλο. Σ’εκείνη την προσωπικότητα, την τόσο ιδιαίτερη, τη μοναδική, που για σένα αντάξια της δεν υπάρχει σε κανέναν γαλαξία. Γιατί, όποιον δορυφόρο κι αν ρωτήσεις, δεν τον αλλάζει τον πλανήτη του με κανέναν άλλο.

 

 

Εμείς οι άνθρωποι έχουμε ένα χούι. Θαυμάζουμε στους άλλους, ο,τι ακριβώς ποθούμε για τον εαυτό μας  και έχουμε με κάποιον τρόπο την προοπτική να το αποκτήσουμε. Αυτή είναι και η λεπτή διαχωριστική γραμμή  ανάμεσα στον θαυμασμό και στο φθόνο. Η προοπτική απόκτησης. Είναι έτσι «πλασμένος» από τη φύση του ο άνθρωπος ν’αναζητά τη βελτίωση, την πλήρωση του εαυτού. Κι ο Έρωτας δεν είναι παρά  η ύψιστη μορφή ολοκλήρωσης του «Εγώ» μας  μέσα από ένα «Εσύ» που γίνεται «Εμείς».

 

Και πάνω στο «Εσύ» μας εντοπίζουμε και θαυμάζουμε εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα ποθούσαμε για τον εαυτό μας και που αν χτίσουμε μαζί του το «Εμείς», θα τα αποκτήσουμε, ίσως, για το «Εγώ». Είναι μια διαδικασία που πιθανόν να μην τη συνειδητοποιήσουμε ποτέ, κι όμως υφίσταται ορίζοντας τις πράξεις μας. Δύναμη, αποφασιστικότητα, ιδεαλισμός, καλοσύνη, οξυδέρκεια, ευφυΐα, πίστη, ευαισθησία, είναι μόνο λίγες από τις αρετές που διεκδικούμε θαυμάζοντας το «Εσύ».

 

 

Και το ερωτευόμαστε το «Εσύ»επειδή το θαυμάσαμε τόσο πολύ που το μυθοποιήσαμε, το θέσαμε ανώτερό μας και αξιώσαμε να τις κατακτήσουμε όλες αυτές τις αρετές του. Και το ερωτευόμαστε ακριβώς επειδή γνωρίζουμε κάπου βαθιά μέσα μας πως μπορούμε, στην ένωση μαζί του, να τις ανακαλύψουμε και σ’εμάς.

 

Γιατί τις αρετές εκείνες που ο άνθρωπος δεν μπορεί με τίποτε να τις αποκτήσει, ούτε σε μονάδα, αλλά ούτε και σε ζευγάρι - και έχει επίγνωση της ανημποριάς του αυτής - τις φθονεί. Και τις υποβιβάζει κι εκείνες και τον φορέα τους, έτσι που συρρικνώνονται στα μάτια του μαζί με αυτόν.

 

Ο Έρωτας, όμως, έχει ανάγκη από το Μεγάλο. Το Αμέτρητο, το Συνθλιπτικό και το Ασύγκριτο. Όλα αυτά είναι επίθετα θαυμαστικά. Δεν μπορείς να μην θαυμάζεις τον Άλλο. Κι αν δε θες να του το πεις δυνατά κοιτώντας τον στα μάτια, από εγωισμό, από φόβο ή από δισταγμό, τουλάχιστον παραδέξου το στον εαυτό σου. Συνειδητοποίησε τι σου συμβαίνει. Στάσου μπροστά στον καθρέφτη, και πες:

 

Είμαι Ερωτευμένη. Και Σε θαυμάζω.

 

 

The Best United Kingdom Bookmaker lbetting.co.uk Ladbrokes website review