Πώς αντιλαμβανόμαστε το χρόνο

 

Καλησπέρα, είναι 4.30 το πρωί και πιέζομαι λόγω χρονικών ορίων να γράψω ένα κείμενο για το νέο site με το οποίo θα συνεργάζομαι, την e-kimolia. Η προθεσμία μου ήταν για τις 21 του Μάη και τώρα κάτω δεξιά η οθόνη μου γράφει 22/5/2014.

 

Προσπαθώντας να σκεφτώ θέμα έλεγα να γράψω για τον Γιάννη Γιαλλούρο, τον πρόεδρο της πανελλήνιας ένωσης κωφών, νυν υποψήφιο ευρωβουλευτή με την Ελιά, ένα αρχίδι ολικής. Αλλά η αλήθεια είναι ότι βαρέθηκα γιατί προϋπόθετε κάποια ελάχιστη έρευνα, οπότε θα γράψω για κάτι που προϋποθέτει μόνο σκέψη, από την οποία διαθέτω μπόλικη.

Κατευθείαν στο ψητό, πώς αντιλαμβανόμαστε εμείς οι άνθρωποι το χρόνο; Ή μάλλον τι είναι ο χρόνος; Ο χρόνος είναι ένα εργαλείο που δημιουργήσαμε για να χουμε ένα σταθερό άξονα πάνω στον οποίο θα μετράμε την εξέλιξη των φαινομένων μας. « Έτρεξα 20 μέτρα σε 3 δευτερόλεπτα», «έβρεχε από τις 3 ως τις 5», «τέλειωσα στα 20 δευτερόλεπτα και η μαλακισμένη άρχισε τη μίρλα» κοκ.

 

Θα μπορούσε όμως ο χρόνος  να φύγει από τα στενά πλαίσια του εργαλείου και να αποκτήσει υπόσταση; Η απάντηση θεωρητικά είναι όχι, γιατί ο χρόνος δε μπορεί να γίνει αντιληπτός από κάποιο ανθρώπινο αισθητήριο. Το μήκος το αντιλαμβανόμαστε με την όραση, το βάρος με τη δύναμη που ασκούμε, το χρόνο όμως δεν μπορούμε να τον αντιληφθούμε. Το χρόνο απλά τον χρησιμοποιούμε, χρησιμοποιούμε την περιοδική του αύξηση για να μας βοηθάει να μετράμε την εξέλιξη των φαινομένων μας. Τον έχουμε σπάσει σε δευτερόλεπτα για να μετράμε σε κάθε ένα το πόσο εξελίχθηκε το μετρήσιμο μέγεθός μας, πχ η απόσταση που διανύουμε. Μπορούμε δηλαδή να αντιληφθούμε με το μάτι και να κρίνουμε μια απόσταση ως μεγαλύτερη από μία άλλη αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε το ίδιο με 2 χρονικά διαστήματα. Θα πούμε βάσει δεδομένων ποιο είναι μεγαλύτερο αλλά δε θα το βιώσουμε, δε θα το νιώσουμε, δε θα το αντιληφθούμε. Για αυτό και χωρίς ρολόγια χάνουμε την αίσθηση του χρόνου. Απλούστατα γιατί δεν υπάρχει αυτή η αίσθηση, το ρολόι την υποκαθιστά.

 

Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε. Μήπως όμως υπάρχει τρόπος αντίληψης του χρόνου; Η απάντηση είναι ναι. Το αισθητήριο αυτό ας το ονομάσουμε καταγραφή στιγμών. Πιστεύω πως ο άνθρωπος βιώνει το χρόνο ανάλογα με το πόσες νέες αποθηκεύσεις κάνει στη μνήμη του. Ανάλογα με το νέο χώρο μνήμης που σπαταλά δηλαδή. 

Κι αν έχεις μπερδευτεί, δεν έχεις παρατηρήσει πως τα χρόνια του δημοτικού μοιάσαν να φύγαν πιο αργά από αυτά του γυμνασίου-λυκείου; Αντίστοιχα τα χρόνια του γυμνασίου-λυκείου μοιάζουν αιώνας σε σχέση με το πόσο γρήγορα έφτασες 6ο έτος στο πανεπιστήμιο. Μάντεψε τη συνέχεια...

 

Αυτό γίνεται γιατί όσο είμαστε πιο μικροί το μυαλό μας αντιλαμβάνεται κάθε νέα εμπειρία ως καινούρια οπότε καταλαμβάνει νέες θέσεις μνήμης για να την αποθηκεύσει, όσο όμως μεγαλώνουμε εμπειρίες που έχουμε ξαναζήσει, δε χρειάζονται επεξεργασία από τον εγκέφαλό μας για να τις κατανοήσει και συνεπώς δε χρειάζονται πολύ μνήμη για να τις αποθηκεύσει. Η ικανότητα αφομοίωσης και μάθησης λοιπόν που είναι ραγδαία μέχρι τα 6 χρόνια μας και φθίνει όσο μεγαλώνουμε (είναι αποδεδειγμένο, πως όσο μεγαλώνουμε δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να μάθουμε νέα πράγματα, ενώ οι περισσότεροι νευρώνες αναπτύσσονται ως τα 6 μας χρόνια) είναι άκρως ανάλογη με αυτό που υποστηρίζω.

Με λίγα λόγια σκέψου το ανθρώπινο μυαλό σαν τον κατάλογο επαφών του κινητού σου. Όταν πρωτοπαίρνεις το κινητό το γεμίζεις με επαφές, στην πορεία όμως συναντάς επαφές που έχεις ήδη αποθηκεύσει και δε χρειάζεσαι να τις ξαναπεράσεις. Η επαφή «Μην τρως από το πάτωμα», η επαφή «τελικά το γυμνό καλώδιο χτυπάει δυνατά», η επαφή «ωχ μ’αρέσει όπως κάθομαι δίπλα στη Σοφία, νιώθω το στομάχι μου να χορεύει» κ.α.

 

Για να το κάνουμε ακόμα πιο κατανοητό ας σκεφτούμε τον άνθρωπο σαν έναν ουρανοξύστη που χτίζεται και κάθε όροφο σαν ένα χρόνο της ζωής του. Τα θεμέλια ακριβώς γιατί πάνω σε αυτά θα χτιστεί όλος ο ουρανοξύστης και θα διαμορφώσουν την μετέπειτα μορφή του θα πάρουν πολύ περισσότερο να κτιστούν. Παρόλο δηλαδή που στο τέλος όλοι οι όροφοι θα έχουν ίδιο μέγεθος η διάρκεια κατασκευής του κάθε ορόφου διαφέρει. Μόλις καθιερωθεί η τεχνοτροπία μετά ακολουθείται σε όλη την κατασκευή.

 

Και τι εννοούμε παραπάνω ως νέες εμπειρίες, ως νέες στιγμές που χρήζουν καταγραφής;

Εννοούμε τα πάντα, κάθε εξωτερικό ερέθισμα που λαμβάνουμε το οποίο την πρώτη φορά που το είδαμε το μυαλό μας χρειάστηκε χρόνο να το επεξεργαστεί να το αφομοιώσει, να το αποθηκεύσει, ώστε όταν το ξανασυναντήσει να του είναι γνώριμο.

Όταν δηλαδή θα βγεις ένα ραντεβού στα 30 σου, τα χρώματα που θα δεις στο μαγαζί που θα πας, τα έπιπλα, ο καιρός, τα μαλλιά της κοπέλας, οι ήχοι των θαμώνων, όλα θα είναι πράγματα που θα αναγνωρίσει αμέσως το μυαλό σου. Το μόνο που θα διαφοροποιείται από ο,τι έχεις δει ή γνωρίσει στο παρελθόν, το μόνο που θα χρειαστεί χρόνο για να το αποκωδικοποιήσει ο εγκέφαλός σου και χώρο για να το αποθηκεύσει γιατί θα είναι η πρώτη φορά που το συναντά, και αυτό εν μέρει, θα είναι η προσωπικότητα της κοπέλας ή του αγοριού.

Κάπου εδώ κρύβεται και το γιατί όσο μεγαλώνουμε εκτιμάμε όλο και πιο δύσκολα τα πράγματα και αναπολούμε τους νεότερους εαυτούς μας, ακριβώς γιατί κάθε νέα εμπειρία που ζούμε αυτομάτως τη συγκρίνουμε υποσυνείδητα με μια τεράστια βάση δεδομένων προηγούμενων στιγμών.

 

Αφού λοιπόν βρήκαμε ένα αισθητήριο του χρόνου, θα δοκιμάσουμε να αλλάξουμε άξονα και να βάλουμε ως άξονα αναφοράς μας κάτι άλλο και ως μετρήσιμο μέγεθος το χρόνο.

Αν πχ το κάνουμε αυτό με το μήκος, εκεί που τώρα λέμε «στα πρώτα πέντε δευτερόλεπτα έκανε 3 χιλιόμετρα, στα 5 επόμενα 2 χιλιόμετρα και στα τελευταία 5, 12 χιλιόμετρα» τώρα θα λέμε «στα πρώτα 5 χιλιόμετρα, έζησε 10 δευτερόλεπτα, στα επόμενα 5 έζησε 8 δευτερόλεπτα, στα τελευταία 5 έζησε 18 δευτερόλεπτα».

Αν τώρα το πάμε στην αντίληψη, του χρόνου ζωής που έχουμε εκεί που λέγαμε «από τα 5 ως τα 15 του είχε αυτές τις καταγεγραμμένες στιγμές, από τα 15 ως τα 25 αυτές κοκ», τώρα θα πρέπει να λέμε «στις πρώτες 1000 νέες εμπειρίες ή στιγμές που θα θυμάται έζησε 10 χρόνια, στις επόμενες 1000 έζησε 8 χρόνια κοκ.»

Βλέπουμε όμως τι γίνεται αν αλλάξουμε τον άξονα αναφοράς; Πλέον το τέρμα της διαδρομής δεν το ορίζει ο χρόνος, αλλά οι καταγεγραμμένες στιγμές. Που σημαίνει ότι δε λέμε έχω 80 χρόνια ζωής, αλλά έχω 70.000 πχ καταγεγραμμένες στιγμές που θα θυμάμαι.

 

Γυρίζοντας πάλι πίσω τι σημαίνει αυτό; Αναφέραμε πριν πως όσο μικρότερος και πιο παρθένος ο εγκέφαλός μας τόσο περισσότερες νέες στιγμές και εμπειρίες αποθηκεύει, όσο μεγαλώνει όμως τόσο λιγότερο νέο τέτοιο χώρο στη μνήμη σμιλεύει ή για να το πούμε ποιητικά όσο μεγαλώνουμε όλο και λιγότερα μας συγκινούν.

Σε έναν τέτοιο σύστημα αξόνων ξέρετε τι θα βλέπαμε;

«Στις πρώτες 10000 νέες εμπειρίες έζησε 3 χρόνια, στις επόμενες 10000 νέες εμπειρίες έζησε 10 χρόνια, στις επόμενες 10000 εμπειρίες έζησε 22 χρόνια».

Βλέπουμε όλοι που πάει αυτό. Αποδεικνύεται απλά πως έχουμε πολύ λιγότερη ζωή ακόμα, από όσο πιστεύουμε. Διαισθητικά όπως είπα και πριν το ξέρουμε αυτό μέσα μας.

Ξέρουμε πως τα χρόνια 10 με 20 πέρασαν πιο αργά από αυτά 20 με 30. Και πως αυτά 20 με 30 θα περάσουν πιο αργά από αυτά 30 με 40. Και το ξέρουμε από την προσωπική μας εμπειρία αλλά και από τους μεγαλύτερους που βλέπουμε. Δεν νομίζω να χει δει κανένας, κάποιον 80άρη που να μη βγάζει μια σάστιση για το πώς έφθασε σε αυτή την ηλικία χωρίς να το καταλάβει (εκτός αν μιλάμε για ταινία). Αυτό είναι γενικά ένα κόλπο, για ο,τι απαντήσεις ψάχνεις για τη ζωή και τα λάθη που θα κάνεις, κοίτα τους μεγαλύτερούς σου, ειδικότερα τους συγγενείς σου.

Ο 80άρης αυτός λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε σχηματικά πως κοιμήθηκε 5 χρονών και ξύπνησε 10, ύστερα κοιμήθηκε 10 και ξύπνησε 20, ύστερα κοιμήθηκε 20 και ξύπνησε 40 και έφτασε 80 χωρίς να το καταλάβει γιατί επέλεξε να θεωρεί πως ο χρόνος αυξάνεται γραμμικά, ένα δευτερόλεπτο τη φορά. Οι άνθρωποι όμως δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τα δευτερόλεπτα αλλά την καταγραφή στιγμών επαναλαμβάνω. Κι όσες περισσότερες καταγραφές τόσο πιο μεγάλα τα δευτερόλεπτα μοιάζουν.

 

 

Για να το κατανοήσουμε αυτό. Ο άνθρωπος του σχήματός μας έχει 80 χρόνια ζωής. Στον κάθετο άξονά μας το μετρήσιμο μέγεθός μας είναι οι καταγεγραμμένες στιγμές ή οι εμπειρίες και μνήμες ζωής του ατόμου. Όταν το άτομο βρίσκεται στα 40 του κοιτάζει μπροστά τον οριζόντιο άξονα του χρόνου του και θεωρεί πως έχει άλλο τόσο. Αν όμως δούμε το εμβαδό του γραφήματός μας, που υποδυκνύει το πόσες μνήμες το πόσες νέες καταγεγραμμένες στιγμές θα έχει το άτομο, το πόσο χρόνο θα αντιληφθεί δηλαδή, είναι πολύ μικρότερος από το χρόνο που έχει αντιληφθεί ότι έζησε ως τα 40 του.

 

 

Σε αυτό το σχήμα βάζουμε σαν άξονα αναφοράς το σύνολο της μνήμης, των καταγεγραμμένων στιγμών του ατόμου και σα μετρήσιμο μέγεθος το χρόνο. Βλέπουμε πως πλέον τη μισή του ζωή το άτομο την έχει ζήσει ως τα 24, τα ¾ ως τα 45 κ.ο.κ. Τα νούμερα είναι ενδεικτικά προφανώς, δεν είμαι μαλάκας να νομίζω πως βρήκα ακριβή απάντηση για το πόση είναι πραγματικά η διάρκεια ζωής μας όπως την αντιλαμβανόμαστε, επαναλαμβάνω.

 

Και εδώ γεννιούνται κάποια παράδοξα. Είναι κοινό μυστικό πως εμείς οι άνθρωποι επιλέγουμε να θυμόμαστε τα δυσάρεστα γεγονότα περισσότερο από τα ευχάριστα.

Θα περάσουμε το δρόμο 1.000.000 φορές και θα θυμόμαστε τη μια φορά που θα μας χτυπήσει αμάξι, για να πούμε πως είμαστε άτυχοι. Τραβηγμένο παράδειγμα αλλά τη δουλειά του την κάνει. Και ποια είναι η δουλειά του;

 

Αν η αντίληψη του χρόνου γίνεται από το πόσο μέγεθος κατέλαβε το διάστημα του στη μνήμη μας και αν οι δυσάρεστες στιγμές καταλαμβάνουν μεγαλύτερο διάστημα, τότε αυτομάτως αυτό συνεπάγεται ότι οι δυσάρεστες στιγμές φαίνονται στον άνθρωπο μακρύτερες των ευχάριστων, δηλαδή μια ζωή με δυστυχία θα φανεί μεγαλύτερη από μια ζωή με ευτυχία. Ο δρόμος για την μακροζωία δηλαδή κρύβεται στη δυστυχία.

Αντιφατικό αλλά ίσως και ενθαρρυντικό. Το κλείσιμο ενός κειμένου που αποδεικνύει ότι ο χρόνος που έχουμε είναι μικρότερος αυτού που νομίζουμε και η αντιστοιχία του χρόνου που νομίζουμε πως έχουμε με αυτό που πραγματικά έχουμε θα μειώνεται γεωμετρικά όσο μεγαλώνουμε, θα έπρεπε να είναι κάτι του τύπου «για αυτό χαρείτε τη ζωή σας όσο είστε νέοι, ρουφήξτε τη ζωή από το μεδούλι» και άλλα τέτοια.

 

Όμως η παρατήρηση που κάναμε στο τέλος μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως η δυστυχία και οι κακοτοπιές στη ζωή πρέπει να καλωσορίζονται, γιατί αυτές καταγράφουν ζωή.

Καλύτερα θα νιώσεις μια ζωή που άφησε τραχύ στίγμα από μια λεία ζωή που πέρασε σαν αναλαμπή.

Ένας τελευταίος λόγος  που οι δυστυχίες προσφέρουν καλό στο τελικό άθροισμα της ζωής είναι πως κρατούν το μυαλό απασχολημένο και εκτός του ότι έτσι όπως είπαμε καταγράφουν χρόνο, το εμποδίζουν από το να σκεφτεί την πραγματική δυστυχία.

 

Όλες οι λύπες, όλες οι ασθένειες, οι αποτυχίες, οι λόγοι που σε κάνουν να κλαις και να σκέφτεσαι πόσο άδικα είναι όλα, είναι παράλληλα οι λόγοι που σε κρατάν να μη σκεφτείς πως πάσχεις από μια ανίατη ασθένεια που θα σε οδηγήσει νομοτελειακά στο θάνατο, ρουφώντας σιγά σιγά τη δύναμη, τη σοφία, την ομορφιά σου και, αν δεν είσαι τυχερός, θα πάρει τους ανθρώπους που αγάπησες πριν από σένα, αφήνοντάς σε να ξεψυχήσεις όντας μια σκιά της μνήμης που έχεις για τον εαυτό σου. Γιατί αν είχες χρόνο να το αντιληφθείς αυτό θα τρελαινόσουν.

 

 

Αυτά τα ευχάριστα από μένα, εις το επανειδείν!

 

 

 

The Best United Kingdom Bookmaker lbetting.co.uk Ladbrokes website review