Συνθέτοντας, μεταμορφώνοντας & ανατρέποντας το χρόνο

Τα αυγουστιάτικα μου βράδια τα πέρασα στη θάλασσα. Ξέρω πως είναι σχεδόν Χριστούγεννα, μα στη δική μου καρδιά αναβλύζει πάντα αλμύρα καλοκαιρινή και ήλιος. Ήλιος ζεστός, απέραντος, χρυσαφένιος, εκτυφλωτικός. Άφθονο φως να ξεγλιστρά από τις χαραμάδες, να μεθά τις κουρτίνες, να πλημμυρίζει το δωμάτιο και να ξεχύνεται στα σεντόνια.

 

Φέτος ο πατέρας μου είχε βρει μία μικρή καντίνα πάνω στην παραλία, και περνούσαμε εκεί τα βράδια πίνοντας μπύρα και κοιτώντας τα αστέρια. Εκείνη τη νύχτα άκουγα το κύμα να γλύφει την ακτή, και χάζευα από μακριά την πόλη που πέρασα τα πρώτα δώδεκα χρόνια της ζωής μου να ντύνεται στα πορτοκαλιά της. Όπως τότε στο Άγιο Ανδρέα, κουβαλώντας στοίβες τα απορρίμματα με το αστραφτερό περιτύλιγμα να μου ανακατεύουν το μυαλό, ανάμεσα σε εκείνες τις εικόνες και τα αρώματα, ένιωθα να αναπνέω πιο βαθιά. Αυτή η πόλη καμώνει μέσα μου μια έμπνευση απρόβλεπτη, χαοτική, ασύγκριτα συναρπαστική, και κάθε φορά ολότελα καινούρια. Αυτή η πόλη ξυπνά μέσα μου μία αλλιώτικη αθωότητα, μία αμυδρή νοσταλγία διόλου επιβαρυντική, μα απεναντίας αναπάντεχα ανακουφιστική. Κάτι σαν κάθαρση που συμβαίνει πάντοτε στην αρχή του έργου.

 

Εκείνη τη νύχτα του Αυγούστου, σκεφτόμουν το πρώτο κείμενο που έστειλα προς δημοσίευση. Έκλεινε τις πρώτες σκέψεις μου για αυτό τον τόπο που έμπαιναν σε σύνταξη. Το κείμενο κοινοποιήθηκε την ημέρα των γενεθλίων του πατέρα μου. Ίσως να ενθουσιαζόταν περισσότερο εάν επρόκειτο για μηχανολογική διατριβή, όμως κι αυτό ήταν ένα ευχάριστο, ευπρόσδεκτο δώρο γενεθλίων. Τότε είδα στα μάτια του αυτό που αγαπώ να βλέπω στα μάτια των ανθρώπων: υπερηφάνεια & αγάπη, να συμπράττουν σε απόλυτη αρμονία μεταξύ τους, χωρίς κανένα να υστερεί ή να επιβάλλεται στο άλλο. Όσοι με γνωρίζουν καλά, υποπτεύονται ήδη πως για μένα ο κόσμος οικοδομείται, αλλάζει σχήμα, κατεδαφίζεται και ανασυστήνεται μέσα από ζευγάρια χαρισματικά μάτια, τέτοια που μπορούν να παρακάμπτουν την αναγκαιότητα των λέξεων.

 

Έτσι περίπου ξεκινά κι η ιστορία αυτού του περιοδικού. Από ένα ζευγάρι μάτια και κάποια ερώτηση. Από κάποια ερώτηση και ένα ζευγάρι μάτια που έδινε γενναίες απαντήσεις.

 

«Γιατί το κάνεις; Γιατί ενδιαφέρεσαι; Τι έχεις να πάρεις;»


Η πρώτη φορά που κλήθηκα να απαντήσω ήταν ένα ψυχρό μεσημέρι του Νοέμβρη. Είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει, και τότε ήρθαν και στάθηκαν επιβλητικά, επίμονα σαν πρώτα απέναντι μου. Μάτια μελαγχολικά, βρεγμένα από δισταγμό, που στοίβαζαν μέσα τους ένα αναποχώριστο, ένα ανυπόφορο γιατί. Ήμουν τόσο θυμωμένη εκείνο το μεσημέρι, όμως στη όψη τους έχανα κάθε πρόθεση και δεν άκουγα πια τις ερωτήσεις. Δε μπορείς να αναγκάσεις κάποιον να σε αγαπάει ούτε να μη σ'αγαπά – μερικά πράγματα συμβαίνουν. Δεν υπάρχει λόγος, δε ξέρω αν είναι λάθος ή σωστό, καλό ή κακό. Δεν υπάρχει υποβολή βιογραφικών, αξιολόγηση υποψηφίων και υπογραφή σύμβασης. Μερικά πράγματα απλά συμβαίνουν. Χωρίς δικαστήριο, χωρίς ετυμηγορία. Απλά συμβαίνουν.

 

Κάπως έτσι, πολύ αργότερα, δε μπόρεσα να εξηγήσω το λόγο σύστασης αυτής εδώ της κοινότητας – γιατί ενδιαφέρομαι, γιατί με νοιάζει. Δε μπορείς να αποδώσεις το λόγο που αγαπάς αυτό που κάνεις. Δε μπορείς να εξηγήσεις το λόγο που ολοκληρώνοντας κάτι καλό, το χαϊδεύεις στο χαρτί ή στην οθόνη του υπολογιστή σου σα να 'ταν παιδί. Όπως λέει κι ένας φίλος, ποτέ κανείς δε θα μπορέσει να μπει στη θέση σου, εκτός αν είναι εσύ. Μπορεί να αντιληφθεί κάποιες πτυχές της, αλλά ποτέ να τη βιώσει απόλυτα και σε όλη της την έκταση. Κανείς δε μπήκε ποτέ στη θέση κανενός.

 

Και κατηφόρισα στην τελευταία ερώτηση:

«Τι έχεις να πάρεις;»


Θυμήθηκα τα δικά μου μάτια να ζωηρεύουν από ενθουσιασμό στην πρώτη κοινοποίηση εκείνου του άρθρου, μα εντονότερα τα μάτια, τις φωνές, τα ανήσυχα μηνύματα όλων των συντακτών που έντυσαν την κιμωλία με τα πρώτα τους κείμενα. Την προσμονή, τη δημιουργικότητα, την επιθυμία να προσεγγίσουμε μαζί ιδέες πρωτότυπες, να σχεδιάσουμε στόχους, να υπερβούμε προβλήματα. Η αλήθεια είναι πως ύστερα από τη σύσταση αυτού του χώρου, οι δικές μου δημοσιεύσεις αραίωσαν αισθητά. Περισσότερες υποχρεώσεις συνέπεσαν, ο διαθέσιμος χρόνος περιορίστηκε, κι όποτε κατόρθωνα να τον εξασφαλίσω, επέλεγα να τον επενδύω σε κείμενα της ομάδας. Όταν η άνεση χρόνου για σκέψη απουσιάζει, σχεδόν ποτέ δε γράφεις. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν σκέφτεσαι, όμως δεν έχεις το χρόνο να συντάξεις όλα όσα σκέφτεσαι σε ένα ενιαίο κείμενο. Αυτά τα ζευγάρια μάτια όμως ήξεραν να δίνουν γενναίες απαντήσεις. Η κιμωλία ξεκίνησε την ηλεκτρονική της παρουσία το Νοέμβριο του 2013, ανανεώνοντας συστηματικά τον ενθουσιασμό και διατηρώντας τη λαχτάρα για νέα σχέδια και τη δέσμευση στο στόχο: κάθε φορά να πηγαίνουμε ένα βήμα παρακάτω. Αυτά τα ζευγάρια μάτια ήξεραν το λόγο, και κοντά σε αυτά τον ήξερα κι εγώ.

 

Ο χρόνος είναι παράξενο πράγμα, μα πιο παράξενος είναι ο τρόπος που ο άνθρωπος μπορεί να τον διαχειρίζεται. Να τον συντομεύει, να τον παρατείνει, να τον αναβάλλει, να τον συγκρατεί, να τον επιταχύνει ή να τον επιβραδύνει, να τον αφήνει πίσω, να τον συγχωρεί. Ο άνθρωπος είναι ο αντικατοπτρισμός του χρόνου, η απόδοση του σε ένα σώμα. Δεν υπάρχει λάθος ή κακή στιγμή – αυτή είναι η επικρατέστερη ατάκα μετάθεσης ευθύνης. Ξεχάστε το «Bad Timing», βρείτε τι θέλετε, αν πράγματι το θέλετε και πόσο. Ο άνθρωπος κάνει το χρόνο, κι αν κάποτε έχασε μια ευκαιρία, μπορεί να την προκαλέσει ξανά, να τη χτίσει από την αρχή.

 

Κλείνοντας ένα έτος διαδικτυακής παρουσίας και στην υποδοχή πια του 2015, εύχομαι καθένας από εμάς και εσάς να ανακαλύψει ένα τέτοιο ζευγάρι χαρισματικά μάτια, και να μάθει μέσα από αυτά να συνθέτει, να μεταμορφώνει και να ανατρέπει το χρόνο.

 

Καλές Γιορτές!

 

The Best United Kingdom Bookmaker lbetting.co.uk Ladbrokes website review