Δε θα είμαι ποτέ ξανά όπως πριν

Μας έλεγε να μην έχουμε απογοήτευση για τη ζωή, να μη το βάζουμε κάτω. Να έχουμε ενθουσιασμό και πίστη. Όμως εκείνη δε πίστευε όσα έλεγε. Είχε μία βαθιά μελαγχολία στα μάτια της, σα να είχε κουραστεί, σα να μην είχε μέσα της άλλη φωτιά να κάψει. Μία πίκρα, μία παραίτηση που πάσχιζε να ντύσει με τις λέξεις. Έδινε συμβουλές στον εαυτό της μάλλον, όχι σε εμάς. Έλεγε για την αξία του να περνάς από νέες πόρτες, αντί να επιμένεις να χτυπάς το κεφάλι σου σε όσες ανοιγοκλείνουν, είτε να πονάς για εκείνες που θα μένουν πάντοτε ερμητικά κλειστές. Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος, όμως εκείνη στεκόταν ακόμη έξω από μία λευκή πόρτα. Κάθε βράδυ πλάγιαζε με μία πόρτα νοσοκομείου, και ξυπνούσε σε εκείνο το λευκό μακρύ διάδρομο αναμονής.

 

Ένα χρόνο πριν, πηγαινοερχόταν σε γειτονικούς θαλάμους εντατικής. Σερνόταν έξω και μέσα από λευκές πόρτες. Έχανε το κουράγιο της και το ξανάβρισκε, ξεσπούσε κι ύστερα ήλπιζε πάλι. Δεν είχε επιλογή. Έπρεπε να συνεχίσει. Η μητέρα της σώθηκε από τύχη έγκαιρης διάγνωσης, ύστερα από αγωγές και διαδοχικά χειρουργεία. Λίγο παραπέρα, το παιδί της αδερφικής της φίλης αργόσβηνε μέρα με τη μέρα. Απροσδόκητη διάγνωση, καλπάζουσα μορφή, ελπίδες ελάχιστες. Κάθε μέρα γονείς και συγγενείς μάζευαν τα αντίο και τα κομμάτια τους από τις μαρμάρινες σκάλες του έκτου. Σήμερα, ύστερα από ένα χρόνο, έλεγε πως δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος. Έλεγε πως είχε αλλάξει. Μας έλεγε πως ήταν αλλιώς, όμως ήταν η ίδια.

 

 

Λες πως η συμφορά του άλλου σε κλονίζει συθέμελα, σε μεταμορφώνει, σε κάνει να εκτιμάς σωστότερα τη ζωή, να ταξινομείς τα προβλήματα με κατάλληλες προτεραιότητες. Στην πραγματικότητα όμως, το δικό σου ζήτημα τρυπά πάντοτε πιο βαθιά τα πνευμόνια σου από οποιουδήποτε άλλου. Ακόμη κι όταν αυτός ο άλλος, απέχει μόλις μία ανάσα από εσένα. Υποφέρεις ή ανακουφίζεσαι. Αλλάζει η ψυχική σου κατάσταση, η διάθεση και τα αποθέματα σου – όμως όχι η ζωή σου.

 

Επιστρέφεις στα ίδια μέρη, συνεχίζεις την ίδια δουλειά, συναναστρέφεσαι με τους ίδιους ανθρώπους. Εξακολουθείς να αγωνιάς για όσα φώναξες πως δε το αξίζουν, να αφιερώνεις το χρόνο σου σε εκείνα όπου, ένα βράδυ κρεμασμένος σχεδόν από μία λευκή πόρτα, κατέληγες πως τον σπαταλάς. Συνεχίζεις να κουβαλάς τον ίδιο άνθρωπο. Με τις ίδιες συνήθειες, τους ίδιους πόθους και τα ίδια πάθη. Με λιγότερες ή περισσότερες πληγές, με πλατύτερη ή στενότερη αισιοδοξία, τον ίδιο άνθρωπο κουβαλάς ακόμη. Είναι διαφορετικό να συνειδητοποιείς και διαφορετικό να αλλάζεις. Να εφαρμόζεις όλα τα “θα ‘μαι αλλιώς” που δεσμεύτηκες στον εαυτό σου. Να εκτιμάς πιο βαθιά τη ζωή μέσα στις πράξεις σου, κι όχι μοναχά κάτω από τις σκέψεις που σκεπάστηκες σε κάποιο θάλαμο εντατικής. Έλεγε πως ήταν αλλιώς, όμως ήταν η ίδια.

 

Δυστυχώς μαθαίνουμε να μετράμε τις στιγμές μόνο όταν το πρόβλημα απειλήσει εμάς τους ίδιους. Όταν προέρχεται από εμάς, τότε που είμαστε εμείς το υποκείμενο. Η δυστυχία ή η αρρώστια του άλλου σπάνια σε απαλλάσσει από τη δική σου δύσπνοια, από τα δικά σου συγκριτικά ανούσια προβλήματα. Στην πράξη, σχεδόν ποτέ δεν αναθεωρείς, ούτε αναταξινομείς τις ανησυχίες σου. Λες πως θα είσαι αλλιώς, πως ο,τι σε αγχώνει ή πονά δε μετρά στα αλήθεια. Λες πως θα ‘σαι αλλιώς, όμως παραμένεις ίδιος.

 

Εκτός κι αν βρεθείς εσύ στο θάλαμο πίσω από τη λευκή πόρτα. Εκτός κι αν το πρόβλημα στήνει απέναντι εσένα πριν από όλους τους συμπονούντες. Τότε η αλλαγή γίνεται τόσο απαραίτητη όσο η αναπνοή σου. Τότε ανακαλύπτεις τι θέλεις να κάνεις και ποιος πραγματικά θέλεις να είσαι. Κι αρχίζεις να εκτιμάς αυτή τη ζωή που σου δόθηκε, να αγγίζεις στο δέρμα σου την αξία όλου του χρόνου που είχες και έχεις.

 

Η ζωή σου δεν αξίζει μοναχά όταν συναντάς την ευτυχία, αλλά όσο μπορείς να την ονειρεύεσαι.

 

Να τη σκέφτεσαι την ευτυχία σου, να την καμώνεις μέσα στο μυαλό σου όπως ακριβώς τη θες, να τη χαϊδεύεις τρυφερά το βράδυ. Πάντοτε κάτι θα λείπει, κι όποτε λιγοστεύουν τα προβλήματα, θα τα αντικαθιστάς με νέα. Η ζωή παίρνει αξία από εκείνη την εσωτερική δύναμη και ανάγκη του ανθρώπου να ονειρεύεται.

 

Έλεγε πως ο,τι ήθελε το κατακτούσε, και πράγματι είχε τα πάντα. Μα εκείνες τις ώρες, ένα χρόνο πριν, δεν είχε απολύτως τίποτα. Η ζωή δε φέρει αξία όσο μπορείς να αυταπατάσαι πως θα αποκτάς ο,τι θελήσεις. Η ζωή αποκτά αξία όταν συνειδητοποιείς πως τίποτα δεν είναι ουσιαστικά υπό την κατοχή ή τον έλεγχο σου, κι αν κάποτε αισθανθείς πως βρέθηκε, τίποτα δεν εγγυάται πως η αίσθηση αυτή θα συντηρείται για πάντα.

 

Εύχομαι αυτό το χρόνο  και κάθε επόμενο, να ασχολούμαστε με όλα τα υπερ-ανόητα προβλήματα που μας πολιορκούν, κι ας είναι να μη συνειδητοποιήσουμε ποτέ γιατί πράγματι αξίζει να είσαι ζωντανός. Να φιλοξενείς τον ήλιο κάθε πρωί στα μάτια σου όταν ξυπνάς, να μυρίζεις την άνοιξη, το έδαφος μετά τη βροχή, το αλάτι στο σώμα σου ένα απόγευμα του Αυγούστου, τα πρώτα κρύα του χειμώνα. Να αισθάνεσαι πόσο ασύγκριτα συναρπαστικό είναι να μετράς τα αστέρια πλάι στο κύμα όταν σκοτεινιάζει, ακόμη κι αν δε πέσει ποτέ κανένα για να κάνεις ευχή.

 

Η ζωή αξίζει μόνο για αυτή τη δύναμη του ανθρώπου να ονειρεύεται, να σχεδιάζει το μέλλον. Και δεν υπάρχει τίποτε πιο τραγικό από το να στερείς από τον εαυτό σου αυτή τη δυνατότητα, όταν το σώμα και η υγεία σου την απλώνουν μπροστά σου με γενναιοδωρία. Δε νομίζω πως "δεν μπορούμε να έχουμε πάντα αυτό που θέλουμε, οπότε συμβιβαζόμαστε με όσα έχουμε". Ούτε πως "απόκτα κανείς πάντοτε ο,τι θελήσει" νομίζω. Το πρώτο κρύβει παραίτηση και το δεύτερο περισσό εγωισμό. Νομίζω μάλλον, πως καταφέρνουμε τελικά εκείνο στο οποίο πιστεύουμε πιο πολύ. Η αξία της ζωής φανερώνεται σε σένα όταν ακριβώς αρχίσεις να πιστεύεις σε αυτή. Και τότε αντιλαμβάνεσαι πόσο περισσότερο ουσιαστικό είναι να συνθέτεις την ευτυχία στο μυαλό σου από ότι να τη ζεις. Να την ονειρεύεσαι, να την κυνηγάς, να την εμπνέεις στους άλλους. Μόνο όταν πιστέψεις βαθιά στην ευτυχία που λαχτάρησες, μπορεί ίσως κάποτε να τη χτίσεις. Κι ύστερα, να ζήσεις μέσα της.

 

 

Της Κατερίνας Πελέκη

The Best United Kingdom Bookmaker lbetting.co.uk Ladbrokes website review