Έναν Καφέ Παρακαλώ

Ήταν μία το μεσημέρι. Ακριβώς η ώρα αιχμής για το μαγαζί. Κρίμα, σκέφτηκε η Άννα. Είχε βολευτεί στην ησυχία της, διαβάζοντας το βιβλίο της και καπνίζοντας παράλληλα το τσιγάρο της. Οι λιγοστοί πελάτες εκείνης της ώρας είχαν εξυπηρετηθεί κι έπιναν τον καφέ τους, συζητούσαν και γενικά δεν την ενοχλούσαν.


Είδε τον Αναστάση να μπαίνει. Τον χαιρέτησε, της παρήγγειλε έναν καπουτσίνο κι έκατσε στη μπάρα.
«Πώς πάνε τα πράγματα;», τον ρώτησε.
«Όπως τα ξέρεις», της απάντησε. «Ακόμα ψάχνω».
Έπειτα από κάποια χρόνια εργασίας στο μέρος εκείνο, γνώριζε πολύ καλά όλους τους θαμώνες και τις ιστορίες τους, τα ελαττώματά τους, τα βίτσια τους, τις πεποιθήσεις τους, θρησκευτικές και πολιτικές. Ήξερε αν ήταν άνεργοι ή αν δούλευαν. Έτσι, ήξερε ότι ο Αναστάσης περνούσε δύσκολα οικονομικά. Είχε μείνει αρκετό καιρό άνεργος κι οι προτάσεις του ΟΑΕΔ ήταν η μία πιο εξευτελιστική από την άλλη.

.
Σε τέτοια σημεία ένιωθε ευχαριστημένη που τουλάχιστον είχε μια δουλειά. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν αχάριστη. Είχε κι αυτή ένα πτυχίο Φιλολογίας και τελείωνε το μεταπτυχιακό της, τα ιδιαίτερα δεν της έκατσαν φέτος, αλλά χαιρόταν που έπαιρνε αυτά τα χρήματα που έπαιρνε. Αναστέναζε με την κατάσταση αυτή, του Αναστάση, αλλά κι όλων αυτών που δε δούλευαν. Αλλά θαύμαζε το χαμόγελο στα χείλη του, τη διάθεσή του να αστειεύεται, το ότι δεν γκρίνιαζε.

 

Το 'χε μάθει πια, ότι οι άνθρωποι που γκρινιάζουν πως δεν έχουν χρήματα, είναι αυτοί που τα καταφέρνουν αλλά δεν το εκτιμάνε, ή φοβούνται μήπως ο άλλος τους ζητήσει δανεικά.

 

Αργότερα, ήρθε κι ο Άρης από τη δουλειά του, ο φίλος του Αναστάση. Μέσα σε όλα τ' άλλα κοιτούσε την εφημερίδα.
«Ελλάδα και δικαιοσύνη δεν πάνε μαζί», έλεγε καθώς γύριζε τις σελίδες. «Ακόμα και στα αθλητικά, δε βρίσκεις μια ευχάριστη είδηση. Ούτε ο Ολυμπιακός δεν κερδίζει!».
«Ποτέ δεν ήταν ο κόσμος τόσο αγγελικά πλασμένος, ας το πάρουμε απόφαση», του είπε εκείνη.
«Να πας για Νομική, να διδάξεις εσύ δικαιοσύνη, που τα λες τόσο ωραία», της πρότεινε ο Αναστάσης. «Θα πηγαίνεις στο δικαστήριο και θα τους ρίχνεις όλους με τις ματάρες σου, με το πρόσωπό σου, με τη φωνή σου που στάζει μέλι».


Δυσανασχέτησε. Της την έπεφταν πολλοί άνδρες στη δουλειά, αλλά οι περισσότεροι το έκαναν με έναν τόσο άκομψο τρόπο, τόσο χοντροκομμένο, που είχε κοντέψει να αποκτήσει ανοσία σε όλα αυτά. Ακόμα κι ελεύθερη να 'ταν, ακόμα και να μην είχε σχέση εδώ και τρία χρόνια, δε θα 'χε την ανάγκη τους.


«Δε μου άρεσε ποτέ η Νομική, δε με ενδιέφερε», του 'πε τελικά.
Κάτι στο βλέμμα του Άρη πέθανε. Κάθε φορά είχε την ίδια αντίδραση, έκανε σαν να έτρωγε πρώτη φορά χυλόπιτα. Διόλου τυχαίο που δε στερέωνε με τις γυναίκες - τριάντα πέντε χρονών άνθρωπος κι από φλερτ δεν είχε μάθει, ούτε από ήττες. Παραπονιόταν γι' αυτό, χωρίς ποτέ να αναλάβει τις ευθύνες του, ν' αναλογιστεί τα λάθη του.

 

 

Κοίταξε να δει ποιος ερχόταν. Είδε κάποια παιδιά, φοιτητές πλέον, μια παρέα δυο αγοριών και μιας κοπέλας. Τους σέρβιρε και ταυτόχρονα άκουγε τους διαλόγους τους. Ο ένας έλεγε:
«Τρελάθηκα! Τέτοια κοπελάρα καιρό είχα να δω! Τι ματάρες! Τι πρόσωπο! Τι δυναμισμός! Τη λάτρεψα!»
«Ανταποκρίνεται;», τον ρώτησε η κοπέλα.
«Είμαστε μαζί».


Η κοπέλα - η Αιμιλία , όπως την έλεγαν - είχε απογοητευτεί. Κάτι το σιωπηλό το μαρτυρούσε, να 'ταν το βλέμμα της. Η Άννα το 'χε υποψιαστεί ότι ήταν ο παιδικός της έρωτας. Την ήξερε τόσα χρόνια, από μικρό κοριτσάκι.


Αχ, την αγαπούσε την Αιμιλία! Είχαν αυτή την αδελφική σχέση κατανόησης, όπου το μικρό θαύμαζε τη μεγαλύτερη, όπου η μεγαλύτερη είχε όλη τη διάθεση να διδάξει στο μικρό. Ήταν σίγουρη, θα ερχόταν στη μπάρα μετά τη συνάντηση, να της πει τον πόνο της. Δεν έπεσε έξω.

 

«Όλα για κάποιο λόγο γίνονται», της είπε. «Μη στεναχωριέσαι».

Πράγματι, μερικές ημέρες μετά την άκουσε να λέει ότι βγαίνει με έναν εικοσιπεντάχρονο. Ήταν καλό αυτό; Μήπως η Αιμιλία είχε παραενθουσιαστεί; Μήπως εκείνος ήθελε την Αιμιλία για σεξ και μόνο; Μήπως η Αιμιλία έψαχνε ένα υποκατάστατο; Πολλές υποθέσεις και μια ελπίδα η μικρή να προσέχει. Έτσι κι αλλιώς ήταν ακόμα μικρή και θα μάθαινε. Όλοι μαθαίνουμε με κάποιον τρόπο, υπέθεσε. Κι αν απογοητευτεί, θα τ' αναπληρώσει όλα η συνέχεια. Αρκεί εκείνη να το θελήσει.

 

Αλλά ένα ήταν σίγουρο: κανείς δεν άλλαζε, όλοι έμεναν αδιόρθωτοι, δε μάθαιναν.

«Μα αλλάζει ο άνθρωπος;» σκέφτηκε η Άννα. «Όλα απλά κάνουν έναν κύκλο, ανοίγουν μια πορεία, την ολοκληρώνουν και δεν αναλογίζονται τα λάθη που έκαναν και μετά αναρωτιούνται τι έφταιξε. Το ίδιο κι ο Άρης. Το ίδιο κι η Αιμιλία».

 


Πρώτη δημοσιεύση εδώ

The Best United Kingdom Bookmaker lbetting.co.uk Ladbrokes website review