Η επέτειος

Είναι αργά. Το ρολόι δείχνει μερικά λεπτά πριν τις τέσσερις. Μόλις γύρισα. Σαν από συνήθεια πήγα να σε φωνάξω, μα αίφνης θυμήθηκα πως ήμουν μόνη. Κλείδωσα την πόρτα, έσβησα το φως που πάντα αφήνω ανοιχτό όταν λείπω για τους κλέφτες, και προχώρησα στο δωμάτιο. Μια ψύχρα κυριαρχούσε. Άναψα το καλοριφέρ ίσα ίσα για να ζεστάνει λιγάκι ο χώρος. Ήταν αργά για να ανάψω το τζάκι. Πάντα το σιχαινόσουν άλλωστε...

 

Άφησα την τσάντα μου στην καρέκλα. Έβγαλα το παλτό και το κρέμασα στην κρεμάστρα πίσω από την πόρτα και κατέβηκα από τις κόκκινες γόβες που φορούσα. Το φερμουάρ από το μαύρο δαντελένιο φόρεμά μου είχε φρακάρει μα τελικά το ξεκούμπωσα. Δεν ήσουν εκεί, βλέπεις, για να με βοηθήσεις. Το κατέβασα αργά αργά και το άφησα να κυλήσει στο πάτωμα. Έμεινα με το μαύρο κορμάκι που φορούσα και τις μαύρες κάλτσες μου που στο τελείωμά τους είχαν και εκείνες μαύρη δαντέλα και κατευθύνθηκα προς την κουζίνα να βάλω ένα ποτήρι νερό. Τα μαλλιά μου μύρισαν καπνό και οινόπνευμα. Η ανάσα μου επίσης. Το μακιγιάζ μου άθικτο. Ακούμπησα το ποτήρι στο κομοδίνο και ανακάθισα στο κρεβάτι. Κοίταξα τη βιβλιοθήκη που στεκόταν αγέρωχη μπρος μου. Τόσα βιβλία ανέγγιχτα. Τόσα σκονισμένα. Τόσα αρχινισμένα μα ποτέ τελειωμένα.


Σηκώθηκα και κατευθύνθηκα προς το μπάνιο. Δεν νύσταζα, μονάχα ζαλιζόμουν, και η μυρωδιά που ανέδιδαν τα μαλλιά μου και όλο μου το σώμα μου δημιουργούσε ένα αίσθημα αναγούλας που δεν επρόκειτο να με άφηνε να κοιμηθώ. Άνοιξα το καυτό νερό και το άφησα να γεμίσει τη μπανιέρα. Ο αχνός που ανέδυε η βρύση λειτουργούσε αναλγητικά στον πονοκέφαλο. Κάθισα εκεί, να κοιτάζω τη στάθμη του νερού να ανεβαίνει βασανιστικά αργά, δίνοντάς μου το χρόνο να σκεφτώ. Δυστυχώς... Και σκεφτόμουν. Σκεφτόμουν τη ζωή μου. Τις πεπερασμένες στιγμές. Τις χαμένες ευκαιρίες. Σκεφτόμουν τα χρόνια που είχαν περάσει, σκεφτόμουν τις αθετημένες υποσχέσεις, τις αγάπες - που μονάχα αγάπες δεν θύμιζαν. Τα πάθη που είχαν ξεθυμάνει σαν φθηνή κολόνια.

Και σκεφτόμουν κι εσένα. Που εξαιτίας σου το σπίτι μου μύριζε αυτό το οικείο άρωμα κι όσος καιρός και εάν περνούσε, όσο και εάν αέριζα, όσο και εάν αρωμάτιζα το χώρο, τίποτα. Δεν έλεγε να φύγει αυτή η μυρωδιά με τίποτα. Δεν έλεγε να φύγει η θύμησή σου.

 


Πόσοι είχαν περπατήσει στα βήματά σου; Πόσοι είχαν σκουπίσει τα πόδια τους στο πατάκι της εξώπορτάς μου; Πόσοι με είχαν σκεπάσει τρυφερά τα κρύα βράδια; Πόσοι είχαν αφήσει την οδοντόβουρτσά τους στο μπάνιο μου, και πόσες οδοντόβουρτσες είχα πετάξει πριν προλάβουν να τριφτούν αρκετά από τη χρήση; Κοίταξα το ποτήρι δίπλα από το νεροχύτη μου. Είχε δύο οδοντόβουτσες - πάλι. Μία δική μου και μια ακόμη - αδιάφορη.

 

Σηκώθηκα και πήγα στο σαλόνι. Άνοιξα το ραδιόφωνο. Ήθελα με κάποιον τρόπο να γεμίσει η σιωπή. Με ποιον να μιλήσω; Το σπίτι ήταν άδειο. Άδεια και η ψυχή μου. Γεμάτο βέβαια το κινητό μου από επαφές, κι ένα μήνυμα από κάποιον αδιάφορο που με αναζητούσε εδώ και μερικές ώρες, μαζί με δύο τρεις κλήσεις. Δεν είχε σημασία όμως. Προτιμούσα το ραδιόφωνο. Παιζόταν και το αγαπημένο μου κομμάτι μόλις το άνοιξα. To Lovesong των The Cure, αλλά σε μια γλυκιά ερμηνεία από την Adele. Πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε που ήμουν κοριτσάκι και το άκουγα. Τότε που πίστευα αυτά τα «always» και τα «however far away». Τότε που πίστευα στο παραμυθάκι και πρόσμενα τον πρίγκιπα να αφιππεύσει από το λευκό του άτι, να με πιάσει από τη μέση, να με κοιτάξει βαθιά μέχρι την ψυχή μου και να μου πει αυτές τις δύο λέξεις, με την απόστροφο και την περισπωμένη. Τι αφελής - απολύτως ανισόρροπη. Κάποτε τα πίστευα. Πραγματικά τα πίστευα όλα αυτά. Για την ακρίβεια όχι - τα ήλπιζα. Και αυτό ήταν χειρότερο. Ενδόμυχα ήξερα πόσο αφελής ήμουν. Ήμουν όμως ακόμη αθώα.


Είχε αλλάξει το τραγούδι, μα εγώ στεκόμουν ακόμη ακίνητη στο ίδιο σημείο. Έπαιζε το Still των Daughter. Άλλο παλιό τραγούδι, της χρυσής, νεανικής μου ηλικίας. «Μα τι στο καλό;», αναρωτήθηκα. Πολλές αναμνήσεις ξυπνούσαν ετούτο το παράδοξο βράδυ. Μήπως να ξαναγυρνούσα στο μαγαζί από όπου είχα φύγει άρον άρον σαν κυνηγημένη όταν νόμιζα πως στις σκιές είχα δει το γνώριμό σου πρόσωπο; Ήταν όμως κάτι που μου συνέβαινε όλη την εβδομάδα. Πλησίαζε βλέπεις η επέτειός μας. Η λεπτή χροιά της τραγουδίστριας μου έφερε στο μυαλό το story του τραγουδιού και ασυναίσθητα ένιωσα κάτι υγρό να γαργαλά το μάγουλό μου. Κρίμα σκέφτηκα.Το κομμάτι μιλούσε για μια κοπέλα που εξακολουθούσε να είναι μαζί με κάποιον ενώ πλέον τον αισθανόταν σαν ξένο. Μια κοπέλα που επιζητούσε τόσο τη ζεστασιά ενός αγγίγματος, που όμως δεν μπορούσε να βρει. Ξεκινούσε με εκείνη να μπαίνει στο σπίτι της, να βλέπει τον φίλο της να διαβάζει και με το που την καταλαβαίνει να ξαπλώνει και να κάνει πως κοιμάται, ενώ εκείνη ξεκινά να ξεντύνεται. Στο τέλος καταλήγει ο ένας ξαπλωμένος δίπλα στον άλλο, ο καθένας έχοντας το σώμα του γυρισμένο προς διαφορετική πλευρά. Έχοντας και την καρδιά του το ίδιο. Έμοιαζε οικείο.

 

Γύρισα στο μπάνιο που πλέον είχε γεμίσει. Έκλεισα τη βρύση και άγγιξα το νερό. Καυτό. Άνοιξα και λίγο τον κρύο διακόπτη να εξισορροπηθεί η θερμοκρασία. Ταυτόχρονα κατέβαζα τις μαύρες κάλτσες μου με λεπτές, επιδέξιες κινήσεις. Είχα συνηθίσει να το κάνω. Έλυσα και τα μαλλιά μου, που ήταν πιασμένα με έναν ψηλό, σφιχτό κότσο. Ξεχύθηκαν, μαύρα, μακριά και στιλπνά στους ώμους μου και έφτασαν μέχρι τη μέση μου. Είχαν περάσει ήδη δύο χρόνια από τότε που τα είχα βάψει αυτό το κορακίσιο χρώμα και τα είχα κουρέψει για τελευταία φορά. Έβγαλα και το κορμάκι που φορούσα. Το νερό ήταν ιδανικό. Αναρίγησα καθώς άγγιξα με τη μύτη του ποδιού μου την επιφάνεια του νερού λίγο πριν το βυθίσω εξολοκλήρου. Πρώτα το ένα κι ύστερα το άλλο, μέχρι που βρέθηκα ολόκληρη στο ζεστό νερό. Το ραδιόφωνο έπαιζε το High Hopes των Pink Floyd. Διαχρονικά επίκαιρο. Βύθισα το κεφάλι μου στο νερό. Σταμάτησα έτσι να ακούω.


Τώρα βρίσκομαι τυλιγμένη με την πετσέτα μου, ξαπλωμένη. Σιωπή ολόγυρα. Το κινητό μου πριν λίγο χτυπούσε. Αδιάφορο. Θα κλείσω σε λίγο τα μάτια μου. Ίσα για να ξημερώσει και να σηκωθώ πάλι. Γιατί οι νύχτες είναι οι χειρότερες. Ιδίως όταν το μαξιλάρι δίπλα από το κεφάλι μου είναι κενό. Θα προτιμούσα κάτι αδιάφορο δίπλα μου. Οποιαδήποτε νύχτα όμως εκτός από τη σημερινή. Ήταν βλέπεις η επέτειός μας.

 

 

The Best United Kingdom Bookmaker lbetting.co.uk Ladbrokes website review