Ζούσες πάντοτε αλλού

 

Το χειρόγραφο δεν έγινε δεκτό. Θεωρήθηκε η γραφή μου ανεξήγητα επιτηδευμένη και πεζή. Κι εσύ το ήξερες, πάντοτε έλεγες πως έπρεπε να τα παρατήσω. Πως δεν ήμουν πλασμένη απ' τη στόφα εκείνη, τη βουτηγμένη στην αστερόσκονη της μυθοπλασίας, που λούζει τους μεγάλους συγγραφείς. Διέθετα, αναμφισβήτητα, ένα κάποιο ταλέντο με τις λέξεις, αλλά δεν αρκούσε. 

 

Όσο για σένα, μεταχειριζόσουν τις λέξεις με μια μαεστρία ανεπανάληπτη, παρήγαγες στίχους συχνά ακατάληπτους, μα μοναδικούς. Τα βράδια, ανάμεσα στις μπύρες και τα ατέλειωτα ξενύχτια από πάρτι σε πάρτι, έγραφες ασταμάτητα. Σε μπλοκς, σε σημειωματάρια, ακόμα και σε χαρτοπετσέτες εστιατορίων, με το φόβο μήπως και δε προλάβεις να αιχμαλωτίσεις τη στιγμή της έμπνευσης μέσα από μερικές λέξεις. 

 

Έγραφες με μια μανία αρρωστημένη, και εγώ πάντοτε εκεί, μαζί σου . Όμως εσύ δε ζούσες εκεί, δεν ανήκες σ' αυτό τον κόσμο. Ζούσες πάντοτε αλλού. Στιγμές - στιγμές επέστρεφες στη γη, μονάχα ίσως επειδή ένιωθες την αγάπη μου, και μετά πάλι χανόσουν στις σκέψεις σου, στα ποιήματά σου. Αναλογίστηκες ποτέ, πως αυτά τα ποιήματά σου, υπήρξαν εκείνα τα χρόνια, ο μαγικός μου παράδεισος και η κόλασή μου συνάμα; Σ'αγάπησα τόσο βαθιά, μα εσύ ποτέ δεν αντιλήφθηκες το μέγεθος εκείνης της αγάπης. Τη διάστασή της. Την άφθαρτη ύλη της.

 

Η φιλία μας φάνταζε αλλόκοτη, απροσδιόριστα θολή. Δεν πατούσε κανείς μας στη σχολή, εσύ κοιμόσουν τα πρωινά μετά απ' τα αλλεπάλληλα ξενύχτια και τις καταχρήσεις, και εγώ δούλευα πότε στο ένα καφέ, πότε σ' εκείνο το δικηγορικό γραφείο. Θυμάσαι;

 

Δεν είχα χρήματα, κυρίως δεν μου είχε απομείνει πια ψυχή.  Όλη μου η καρδιά ανήκε σ' εκείνο το βιβλίο και δυστυχώς σε σένα. Το να σ' αγαπώ υπήρξε μια καταστροφική διαδικασία, που μου ρουφούσε με τον καιρό, κάθε ικμάδα ενέργειας που τυχόν απέμενε στη θλιβερή εκείνη καθημερινότητά μου.  Τι τραγικά που φάνταζαν τα πάντα ολόγυρά μου; Αυτοκαταστρεφόμουν και βυθιζόμουν σε μια παραίτηση γλυκιά, σ' ένα μηδενιστικό λήθαργο. Η αγάπη σου με κατέστρεφε, με εγκλώβιζε, δε μου επέτρεπε να χτίσω το μέλλον μου. Δεν είχα όνειρα, δεν είχα προοπτικές, δεν είχα επάγγελμα. Έπρεπε να φύγω, να φύγω μακριά σου.  Ήθελα να ξεφύγω από εσένα, αλλά αόρατα δεσμά με κρατούσαν φυλακισμένη στη σκέψη σου, στη έγνοια σου.

 

Ακόμα και τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, αναρωτιέμαι συχνά πως κατόρθωσα να σπάσω τούτα τα δεσμά και να σε εγκαταλείψω. Ποτέ δε μου το συγχώρεσες κι ας μη το παραδέχθηκες. Σε πρόδωσα, αλλά γλίτωσα τη ζωή μου, βρήκα νόημα να υπάρχω και ένα μονοπάτι να πορεύομαι. 

 

Σ' αγάπησα και ακόμα σ' αγαπάω βαθιά, αμετάκλητα, αλλά η αγάπη μου είναι διάφανη, ανάλαφρη, λαμπερή πλέον. Δεν έχω ανάγκη να σε βλέπω τριγύρω για να υπάρχω. Ζω στον κόσμο μου, όπως εσύ ζούσες πάντοτε στο δικό σου γαλαξία. Διάβασα την τελευταία συλλογή σου. Η αινιγματική της αφιέρωση με στοίχειωσε˙ " Στη Lor που έχασα και κατοικεί στην αγκαλιά της λήθης". Αγάπη μου, ήταν εξόχως συγκινητική. Δε σε ξέχασα, ποτέ δε σε ξέχασα. Ήθελα να τρέξω να σε βρω, αλλά έχει περάσει πια η εποχή που ενέδιδα στον πειρασμό σου. Είμαι καλά πλέον. Μακριά σου.

 

 

The Best United Kingdom Bookmaker lbetting.co.uk Ladbrokes website review