Η θύμηση

Η θύμηση, την επαναφέρει να χορεύει ανάμεσα σε λουλούδια ανοιξιάτικα με τα μαλλιά της λυτά. Ο ήλιος τη γλύφει και τα γυμνά της μπράτσα ανατριχιάζουν από αγαλλίαση, έτσι που ίσως εάν είχε υπομονή, να μπορούσε να μετρήσει όλους τους πόρους δέρματός της. Μικροί, ανεπαίσθητοι, σαν τα πολύ μακρινά αστέρια, που πρέπει κανείς να ρυτιδώσει το μέτωπό του κάποιο αφέγγαρο βράδυ για να τα διακρίνει, και πάλι ίσως να μην μπορέσει να τα δει όλα, εάν δεν χαλαρώσει εν τέλει με μπόλικη φαντασία το μέτωπό του.

 

Η ανάμνηση, τον κάνει να γελά. Ακούει και το δικό της γέλιο. Παραλλάσσεται σε μια ηχώ που ταξιδεύει μακριά και φτάνει μέχρις εκείνον. Τρυπώνει κάτω από τα μαλλιά του, που πρέπει επιτέλους να πάει στον μπαρμπέρη να ξεφορτωθεί, γιατί έχει τόσο καιρό που το αναβάλλει. Παρατείνει το αναπόφευκτο όμως γιατί θέλει να θυμάται το χέρι της που χάιδευε το κοντοκουρεμένο του κεφάλι και τον νανούριζε ήσυχα βράδια ανοιξιάτικων βροχών. Μια διάχυτη, πεπερασμένη αίσθηση, δίχως ελπίδα να ξεφύγει από τη λήθη. Ήδη κοντεύει να ξεχάσει την απόχρωση του γαλάζιου από το οποίο χρωματιζόταν το πάλλευκο χέρι της από τις φλέβες. Και το κοκκίνισμα στα μάγουλά της, μόνο η σκέψη πως κάποτε θα ξεχάσει τις λέξεις που το επανέφεραν στα ροδαλά της μάγουλα, κάνει το στομάχι του να σφίγγεται . 

 

Τα βράδια καθόταν στο φως της λάμπας φθορίου και διάβαζε μέχρι αργά. Τσάκιζε το βιβλίο με δύναμη δημιουργώντας γραμμώσεις στη ράχη του. Κι εκείνη του φώναζε, του άρπαζε τα βιβλία και προσπαθούσε να σβήσει τις γραμμές. Τον απειλούσε πως θα του κλείδωνε τη βιβλιοθήκη. Τη δική του βιβλιοθήκη. Κι εκείνος την κορόιδευε. Της έλεγε «Ανόητη μικρά, μην φοβάσαι να κάνεις δικές σου τις ιστορίες. Τι κι αν φθαρούν οι σελίδες; Δεν καταπίνεις τις λέξεις που διαβάζεις; Δεν αναπνέεις τον αέρα τους; Δεν σου χαράζουν την ψυχή; Εάν όχι, τότε δεν ξέρεις να διαβάζεις...»  

 

Κι εκείνη του κρατούσε μούτρα. Γύριζε πλευρό κι έπαιρνε τους μορφασμούς που έκαναν το πρόσωπό της να μοιάζει με «κόνικλο». Έτσι την είχε φωνάξει  ένα βράδυ, μα εκείνη κράτησε γουρλωμένα τα μάτια της και σουφρωμένη της μύτη της, μη και καταλάβει πως ήθελε ένα πράγμα εκείνη τη στιγμή· να ανοίξει το σκονισμένο λεξικό από το γραφείο του και να βρει το στο καλό σήμαινε κόνικλος. Και όταν τα φιλιά του ρούφηξαν κάθε ρανίδα ψευτοεκνευρισμού, αποφάσισε να τον ρωτήσει δειλά, τι σήμαινε, βάζοντας στην άκρη τη ντροπή της για το πενιχρό της λεξιλόγιο. «Κουνελάκι μου» της ψιθύρισε κάπου ανάμεσα στις ανάσες.

 

Τις ημέρες χάνονταν. Λες και οι αχτίδες του ηλίου έλιωναν τους δεσμούς που τους κρατούσαν δεμένους. Στο φως του ήλιου ήταν απαλλαγμένοι ο ένας από την παρουσία του άλλου, κι όμως, αν και ποθούσαν αυτή την ελευθερία όσο τίποτα άλλο, ταυτόχρονα την απουσία αυτή τη μισούσαν πολύ. Περίμεναν καρτερικά εκείνα τα βράδια που έσμιγαν τα κορμιά τους, που μπλέκονταν τα ακροδάχτυλά τους, που χάριζαν στις λευκές τους νύχτες, έμπλεκαν τις μυρωδιές τους και δημιουργούσαν μια πρωτόπλαστη αύρα· σαν εξωτικά λουλούδια μύριζαν οι σάρκες τους και κάπου στο τελείωμα της εκπνοής αυτής της μέθης, ένιωθαν ένα ανεπαίσθητο τσούξιμο στο λαιμό τους. 

 

Τώρα όλα αυτά φαντάζουν παλιά για εκείνον. Τα απομεινάρια μιας ευτυχισμένης εποχής. Ακόμα έχει τη λάμπα φθορίου του βέβαια κοντά του και διαβάζει υπό το φως της. Μόνο για να παρατείνει λιγάκι περισσότερο αυτό που ξέρει πως θα έπρεπε από καιρό να έχει κάνει. Μιας και έχει ξεμείνει πια από αντοχές και αφορμές. 

Ξάφνου... 

[…]

Ο κρότος του βιβλίου του ήταν το μόνο που διαπέρασε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου τη σιγαλιά της νύχτας. 

 

The Best United Kingdom Bookmaker lbetting.co.uk Ladbrokes website review