Για μια παλιά κιθάρα

«Τις στεναχώριες δε μπορείς να πνίξεις στο κρασί. Ξέρουν να κολυμπάνε»
- Heinz Rühmann

 

Σάββατο βράδυ. Δέχεσαι ένα τηλεφώνημα. «Πού είσαι;», σου λένε. «Πάμε να πιούμε». Φυσικά θα πεις ναι. Πάντα σου άρεσε να βρίσκεσαι με καλή παρέα και να πίνεις. Γιατί δυο καλοί φίλοι και μια κανάτα κρασί σε έκαναν πάντα να ξεχνιέσαι. Να ξεχαστείς από τι; Τι να πρωτοπιάσεις; Μια ζωή που σου φαίνεται μίζερη; Πληγές που δεν έχουν κλείσει και μάλλον δε θα κλείσουν; Ελλείψεις που σε βασανίζουν; Πολλά είναι αυτά που τυραννούν το μυαλό σου και τίποτα μαζί. Είναι όλα αυτά τα μικροπροβλήματα που ενοχλούν την ζωή σου, και ενίοτε επινοείς και κάποια ακόμη, έτσι για να δικαιολογήσεις τη μελαγχολία σου. Πότε θα βρεις την ησυχία σου εσύ; Δεν κουράστηκες πια να γεμίζεις το κεφάλι σου με ψεύτικα προβλήματα;

 

 

Μα ξέρεις τι φταίει. Αν σου δινόταν αυτή η ευκαιρία όλα τα προβλήματα θα λύνονταν με μιας. Τι θέλει η ψυχή για να ηρεμήσει; Να ξαναδεί εκείνη την κιθάρα. Μόνο αυτό. Κι ας είναι ξεχαρβαλωμένη πια. Πάνε βλέπεις τόσα χρόνια από τότε που είδες τελευταία φορά τον τύπο που την πήρε γρήγορα στους ώμους του και έφυγε. Σου λείπει ακόμη εκείνη η φωνή. Tη μορφή του τη θυμάσαι πολύ αμυδρά. Όμως τη φωνή του τη θυμάσαι. Πεντακάθαρα. Σαν να την άκουσες χθες. Θα 'θελες να τον είχες μπροστά σου να του ζητήσεις εξηγήσεις. «Ποιός είσαι εσύ που μου στερείς το τελευταίο πράγμα που μου απέμεινε να σε θυμίζει;», θα του έλεγες. Είναι στη φύση σου να αναζητάς αυτό που δεν απέκτησες. Το «όνειρο», όπως συνήθιζες μικρή να ονομάζεις με περισσή δόση ρομαντισμού. Μεγάλωσες όμως τώρα. Κι αν όλα αυτά τώρα τα αποκαλείς χαζορομαντισμούς και αηδίες, συνειδητοποιείς ότι δεν άλλαξες ούτε στο ελάχιστο τον τρόπο σκέψης σου. Είσαι ακόμη παγιδευμένη στο λάκκο με τα φίδια. Αυτή είναι η κατάντια σου. Κανείς δεν έρχεται να σε σώσει. Ή καλύτερα εσύ τους διώχνεις και παραδίνεσαι στη μοίρα σου.

 

Δε μπορείς να κάνεις αλλιώς. Είσαι καταδικασμένος να κυνηγάς μια νεφέλη. Κανένας δε μπορεί να σε γλιτώσει απ' αυτό. Σου έγινε άχτι. Και σε ρωτάω. Γιατί τόσο άχτι; Για ποιό λόγο; Για ένα ψέμα; Μπορεί κι αυτό να φταίει. Μπορεί απλά να είχες στο μυαλό σου έτσι τον έρωτα. Τέτοια χαρακτηριστικά θα του είχες προσδώσει. Ψεύτικος, βαρύς, ανελέητος, απάνθρωπος. Τον χάζευες να παίζει κιθάρα καπνίζοντας και γοητεύτηκες. Από τι; Ας πούμε ότι έτσι το είχες φανταστεί. Έπλασες στο μυαλό σου την εικόνα του μυστηριώδους αντισυμβατικού καλλιτέχνη και κόλλησες με την ιδέα. Μια ιδέα που κανένας δε μπόρεσε από τότε να σου ξεκολλήσει απ' το κεφάλι. Αυτή η ιδέα σου τρύπαγε το μυαλό τα βράδια. Αυτή σε έτρεφε και σε σκότωνε ταυτοχρόνως. Συχνά ήταν η ψυχολογική σου απελευθέρωση κι άλλοτε ο λόγος για να πιεις. Αυτή σε βασανίζει κι απόψε. Γι αυτό πίνεις, κι όποιο τραγούδι ακούς νομίζεις πως γράφτηκε για εκείνον.

 

 

Και πίνεις κι άλλο. Ώσπου να μη νιώθεις. Μέχρι το αλκοόλ να ποτίσει το αίμα σου. Μέχρι να σου πάρουν το ποτήρι από το χέρι και να σου πουν σταμάτα! Τότε καταλαβαίνεις το μούδιασμα σε όλο σου το κορμί, τα φώτα που σε τυφλώνουν και τη μουσική που σφυροκοπά στο κεφάλι σου. Πέτυχες το σκοπό σου. Γελάς ασταμάτητα. Χαίρεσαι γιατί δε θυμάσαι. Ούτε την άδεια ζωή σου, ούτε κι εκείνη την κιθάρα. Πέφτεις να κοιμηθείς ικανοποιημένη γιατί κατάφερες να σκοτώσεις ότι σου καίει το μυαλό κάθε βράδυ. Αλλά όχι αυτό το βράδυ. Απόψε το κρασί τα έσβησε όλα. Βυθίζεσαι αργά στο χάος του μυαλού σου καθώς ο ύπνος σε παίρνει γλυκά. Δε θυμάσαι καν τη μουσική που σχημάτιζαν τα δάχτυλά του. Κι όμως, δυστυχώς, αυτή η κιθάρα ηχεί ακόμα στα αυτιά σου τις πιο υπέροχες μελωδίες.

 

 

The Best United Kingdom Bookmaker lbetting.co.uk Ladbrokes website review