Αφιέρωμα: Σώτη Τριανταφύλλου

Η γνωριμία μου με την Σώτη ήταν απροσδόκητη, όπως λίγο-πολύ,κάθε συνάντηση με τις σκέψεις και τις ιδέες ενός συγγραφέα, του οποίου βιβλίο πιάνεις για πρώτη φορά στα χέρια σου.

Απροσδόκητη και συνταρακτική. Όταν έπεσε στα χέρια μου η "Φτωχή Μάργκο", η ιστορία δηλαδή μιας έφηβης που ενηλικιώνεται απότομα στο Λος Άντζελες στην αυγή της δεκαετίας του '90, ήμουν μονάχα 10 χρονών. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα τότε, πώς θα μπορούσα άλλωστε, πόσο αμφιλεγόμενη φιγούρα για τα ελληνικά γράμματα ήταν και συνεχίζει να είναι η Σώτη Τριανταφύλλου. Θυμάμαι με είχε συνταράξει η ιστορία της Μάργκο. Το πόσο εύκολο είναι να χάσεις τον έλεγχο της ζωής σου και να σε παρασύρει η δίνη της μεγαλούπολης. Σε αυτό το βιβλίο εξάλλου, οφείλω, ως ένα βαθμό, τη μεγάλη μου αγάπη για τον ανοικτό δρόμο και τις ροκ μουσικές!

 

Η Σώτη υπήρξε για μένα ένας ολόκληρος θαυμαστός κόσμος. Ένας κόσμος, όπου οι πρωταγωνιστές του, πλάσματα απόκοσμα, ελεύθερα, ζουν και ονειρεύονται, πάνε κόντρα στο ρεύμα, τα βάζουν με τον κόσμο όλο, με τις αδιάλειπτες επιταγές του, πληρώνοντας όμως πάντοτε το αντίστοιχο τίμημα. Στο "Εργοστάσιο των μολυβιών", που εκδόθηκε το 2000 και χαρακτηρίστηκε ως το μεγάλο βιβλίο της δυστυχίας, ο Μάρκος ονειρεύεται να χτίσει ένα εργοστάσιο μολυβιών, ενώ ο Βάγκαλης έναν ολόκληρο κόσμο. Η τοιχογραφία του 20ου αιώνα, ανάμεσα στα πεδία των μαχών και στις θαυμαστές ανακαλύψεις, ένας πλανήτης σε αντιδιαστολή μεταξύ Ευρώπης αποικιοκρατούμενη Αφρική.

 

Ελευθερία, ροκ μουσική και ταξίδι στην Ιστορία και τους ανθρώπους. Μια αέναη αναζήτηση της αλήθειας, της αυθεντικής εμπειρίας της ύπαρξης. 

 

Ίσως αυτός να είναι ο πιο πετυχημένος χαρακτηρισμός της Σώτης Τριανταφύλλου, που γεννήθηκε το Δεκέμβρη του 1957 στην Αθήνα, ορκισμένη να σπάσει κάθε κανόνα και κάθε στερεότυπο. Αστικής καταγωγής, αποφοίτησε απ' το Αρσάκειο Ψυχικού, που πολύ μίσησε, όπως επανειλημμένα έχει πει σε διάφορες συνεντεύξεις της, περνώντας πρώτη στη Φυσικομαθηματική Αθηνών, όπου "σπατάλησε" όπως λέει η ίδια πέντε χρόνια απ' τη ζωή της. Επόμενος σταθμός το Παρίσι, όπου σπούδασε σε διδακτορικό επίπεδο Αμερικανική Ιστορία και Πολιτισμό στην ΕΗΕSS υπό τον Marc Ferro και Ιστορία των Αμερικανικών Πόλεων στο NYU υπό τον Jean Heffner. 

 

Έπειτα βάλθηκε να περιπλανιέται στον κόσμο, να γράφει, να μεταφράζει και να αρθρογραφεί αδιάκοπα. Ως καθηγήτρια αμερικανικής ιστορίας σε λύκεια των ΗΠΑ, αντιμετώπισε τη φτώχεια, την άνιση ευκαιρία στην εκπαίδευση, το πως το σχολείο στις υποβαθμισμένες περιοχές λειτουργεί ως θηριοδαμαστήριο ανθρώπινων πλασμάτων, καταδικασμένων να ζουν στο περιθώριο, ανήμπορων να ξεφύγουν απ' τη φτώχεια και το συνεπακόλουθο έγκλημα. Οι τοπικές συμμορίες απαρτίζονται από παιδιά που δεν μπορούν να εντοπίσουν τις ΗΠΑ στον παγκόσμιο χάρτη. Παιδιά που δεν διαφέρουν και πολύ απ' τα φτωχά παιδιά του Νότιου Λονδίνου του 1900, όπως οι μαθητές της Μόλλυ Γιάρροου στο " Άλμπατρος". 

 

Η Σώτη Τριανταφύλλου αγαπήθηκε πολύ ως συγγραφέας για τη δύναμη του λόγου της, την αδιαπραγμάτευτη ιστορική της γνώση και την ικανότητα να αφηγείται με την ίδια ευκολία ιστορίες για τη βικτωριανή Αγγλία, την τσαρική Ρωσία λίγο πριν από το ξέσπασμα της επανάστασης των μπολσεβίκων, την Αφρική στην περίοδο της αποικιοκρατίας και φυσικά για την Ελλάδα των παιδικών της χρόνων, του εμφύλιου σπαραγμού και του σημερινού αδιεξόδου. Μισήθηκε όμως, ίσως ακόμα περισσότερο για τις ακραίες θέσεις της απέναντι στην θρησκεία και την "αγία ελληνική οικογένεια", για την έντονη κριτική της απέναντι στην αριστερά - ιδίως εναντίον του ΚΚΕ, και την ανερμάτιστη, άνευ περιεχομένου και οράματος συνθηματολογία της. Ο λόγος της δηκτικός, συχνά εριστικός, παρασέρνει κάθε κοινωνική σύμβαση στο διάβα του. Και αυτό ενοχλεί, ενοχλεί πολύ τον επαρχιώτικο μικροαστισμό πολλών. Έχει πολεμηθεί όσο λίγοι συγγραφείς - της έχουν πετάξει αβγά σε παρουσιάσεις βιβλίων της. Ενοχλεί, ενοχλεί τον αγκυλωμένο καθωσπρεπισμό μας.

 

Συνοψίζοντας τούτο το αφιέρωμά μου στη Σώτη, και για να αποφύγω κάθε αγιοποίησή της, δε θα μπορούσα να μην αναφερθώ στα "ψεγάδια" της και στα σημεία που με βρίσκουν αντίθετη. Όπως για παράδειγμα η συνεχής της ανάγκη να διαφωνεί, να θέλει να βρίσκεται απέναντι και εναντίον όλων. Ή η έσχατη συμπόρευσή της με το κίνημα των 58, με μια μάλλον "παρωχημένη" πρακτική και ιδεολογία που κινδυνεύει να γίνει η κολυμβήθρα του Σιλωάμ προσώπων και πολιτικών που μας οδήγησαν σε τούτο το κοινωνικοοικονομικό τέλμα.

 

Παρ' όλα αυτά, ως κατακλείδα, θα ήθελα να παραθέσω μερικές αναμνήσεις της απ' τα φοιτητικά της χρόνια, αφού μου θυμίζουν καμιά φορά - ως ένα βαθμό και με λιγότερη υπερβολή, δικές μου απογοητεύσεις που βιώνω στο ΕΜΠ, και το πόσο ο κόσμος αλλάζει για να παραμείνει στο τέλος ο ίδιος.

Στο αυτοβιογραφικό, ως ένα βαθμό, βιβλίο της "Ο χρόνος πάλι"  γράφει, λοιπόν, χαρακτηριστικά: "Στη Φυσικομαθηματική , καθώς δεν κάναμε μαθήματα, ούτε εργαστήρια, στήναμε καυγάδες δήθεν πολιτικούς: οι αμπεχονοφόροι φοιτητές έκαναν αποχές και καταλήψεις. Δεν ήξεραν τι είναι δημοκρατία, ούτε σκόπευαν να μάθουν. Ίσως είχαν ακούσει κάτι για τη Γαλλική Επανάσταση, κάτι για την Κομμούνα του Παρισιού, για την κατάληψη της Βαστίλλης. Οι περισσότεροι καθηγητές είχαν συνεργαστεί με τη χούντα και δεν πατούσαν το πόδι τους στη σχολή από φόβο μήπως τους πετάξουμε αβγά στη μούρη ή τους ακρωτηριάσουμε κατά το πρότυπο των Ερυθρών Ταξιαρχιών: τα ένστικτα ήταν θηριώδη. Οι φοιτητικές συνελεύσεις διαρκούσαν ολόκληρες μέρες (και νύχτες). Κανείς δεν ενδιαφερόταν για το κτιριακό μας χάλι, για τη γενική ελεεινότητα: την οικονομική και αισθητική. Για τη σύγχυση του μυαλού και τη ρυπαρότητα των σωμάτων."

 

The Best United Kingdom Bookmaker lbetting.co.uk Ladbrokes website review